Δημοτικά Τραγούδια

ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Των Γρεβενών

Οι κλέφτες π’ τα ψηλά βουνά
παν να πατήσ’ ν τα Γρεβενά.
Πάνε στο στο σπίτι του παπά,
βαν’ να φουνάζουν ν’ παπαδιά.

– Κατέβα ‘νοιξι, παπαδιά
γιατί ‘μαστε βλαχόπουλα.

– Δεν σας ανοίγου, βρε παιδιά,
γιατί ‘στι τα κλεφτόπουλα.

– Να του μαντήλι του παπά
Γιλάστικι κι’ η παπαδιά.

– Για μάστι ξύλα κι κλαδιά,
να κάψουμε την παπαδιά.

 

Του Παπα-Γιώργη (1803)

Εσείς πουλιά του Γρεβενού, κι’ αηδόνια του Μετσόβου,
εσείς καλά τον ξέρετε αυτόν τον παπά-Γιώργη,
πούταν μικρός στα γράμματα κι άξιος στα πινακίδια,
κι’ από μικρός παντρεύτηκε, μικρή γυναίκα πήρε,
γιατ’ είχε να γενεί παπάς, να γένει κ’ οικονόμος.
Το βράδυ όπου πλάγιασε, την ηύρε φιλημένη,
κι η μάνα της την εύρηκε στο στρώμα λιανισμένη,
και τότ’ εβγήκε αρματωλός, και τότε βγήκε κλέφτης.
Χώρες πολλές επάτησε, χώρες και μοναστήρια,
το μοναστήρ’ απ’ το Σταγό* θέλησε να πατήσει,
πούταν χτισμένο στην κορφή σ’ ένα ψηλό λιθάρι.
Τον γούμενο εφώναξε, το γούμενο φωνάζει,

– Κατέβα κάτου, γούμενε, να με ξομολογήσεις,
γιατί θ’ αφήσω την κλεψιά καλόγερος να γένω.

Ο γούμενος το πίστεψε κι’ ευθύς οπού κατέβη,
πισθάγκωνα τον έδεσαν και σκλάβο τον επήραν
να τον ξεμολογήσουνε στους λόγκους και στις ράχες.

* Σταγός, ο: η Καλαμπάκα

 

Του Γιαννούλα Ζιάκα (1824)

(Με απειλές κι επιδρομές ο Γιαννούλας Ζιάκας ανάγκασε τους Τούρκους να τον διορίσουν δερβέναγα Γρεβενών – Ζαγορίου)

Με γέλασεν η χαραυγή της νύχτας το φεγγάρι,
κι’ εβγήκα νύχτα στα βουνά, ψηλά στα κορφοβούνια.
Κούω τα πεύκα που βροντάν και τα βουνά βογγούνε.

– Εσείς βουνά των Γρεβενών και πεύκα του Μετσόβου,
τι έχετε και μαλώνετε; τι έχετε και βογγάτε;

– Μπήκαν οι κλέφτες στα μαντριά, ο καπετάν Γιαννούλας,
σκλάβους μας πήρε τα παιδιά, μας πήρε τα κορίτσια,
και μας γυρεύει ξαγορά* πολλές σακκούλες άσπρα,
γυρεύει για να του δοθεί και το καπετανλίκι,
στο Γρεβενό, στο Μέτσοβο και σ’ όλα τα Ζαγόρια.

Τρεις μέρες μόνο καρτερεί, τρεις μέρες και τρεις νύχτες,
κι’ απέ θα κάψει τα χωριά, εκκλησιές και μοναστήρι.
Τα βιλαέτια* τόμαθαν κι’ έτρεξαν οι μεγάλοι,
στα Γιάννενα επάγησαν στην πόρτα του Βεζύρη.

– Κακό μεγάλο πάθαμεν, κακό πολύ θα γένει
στο Γρεβενό, στο Μέτσοβο, στο δόλιο το Ζαγόρι,
αν ίσως και δεν πιάσωμεν τον καπετάν Γιαννούλα.

* ξαγορά: απελευθέρωση κάποιου με καταβολή λύτρων
* βιλαέτι: επαρχία

 

Του Μακραλέξη (1826)

(Ο Αλέξιος Μακρής ή Μακραλέξης ήταν ο μεγαλύτερος από τους αδελφούς Μακρή, επιφανούς οικογένειας από τα Γρεβενά, που ο Γιαννούλας Ζιάκας τον διόρισε φρούραρχο στην περιοχή του Σπήλιου. Στη μάχη του 1826 με τον Αφίρ-Μπέη κατόρθωσε αιμόφυρτος να ξεφύγει και να καταφύγει στον Γιαννούλα Ζιάκα ο οποίος τον παρέδωσε στους Τούρκους και θανατώθηκε στα Γιάννενα. Από τότε άναψε αγεφύρωτο μίσος ανάμεσα στις οικογένειες Ζιακαίων και Μακραίων)

Για κράξτε, κράξτε, βρε παιδιά, ρίξτε πολλά ντουφέκια,
μην πάει κι’ ακούσει η συντροφιά, ναρθεί να μας βοηθήσει.

– Πού είσ’ αδερφέ μου Νικολό, και Χρήστ’ αγαπημένε,
τούτην την ώρα να βρεθείς, τρέξε να με γλυτώσεις,
τι έχω παιδ’ ανήξερα κι άμαθ’ από ντουφέκι.

– Τι να σου κάμει ο Νικολός, Αλέξη μου καημένε,
αυτού που αποκλείστηκες στην έρημη την κούλια*!
Δεν είναι τόπος για σπαθί, δεν είναι για ντουφέκι.
Πικρό γιουρούσι* έκαμαν οι Τούρκοι μέσ’ την κούλια,
τρία ντουφέκια πέτυχαν τον δόλιο τον Αλέξη,
ένα τον πήρε ξώδερμα, το δεύτερο στον ώμο,
το τρίτο του ετσάκισε το ζέρβιο του χέρι
και μ’ όλες τις λαβωματιές, εγλύτωσεν ο μαύρος.

* κούλια, η: πύργος, κατοικία των Τούρκων αξιωματούχων ή των τσιφλικάδων αργότερα
* γιουρούσι: επίθεση, έφοδος

 

Των Ζιακαίων

(Την ίδια χρονιά (1826) οι Μακραίοι σε συνεργασία με τον Μεχμέτ Αγά χτύπησαν ξαφνικά στο Μαυρονόρος τους Ζιακαίους και σκότωσαν τον Γιαννούλα. Ο Θοδωράκης σώθηκε με γενναία έξοδο).

Πουλί που πας στα Γρεβενά, στον βλογημένο τόπο,
χαιρέτα μου την κλεφτουριά, τον καπετάν Γιαννούλα,
και πες του προσκυνήματα πολλά από τ’ εμένα.
Νάχει τα μάτια τ’ ανοιχτά σ’ όλο το σύνορό του,
δεν είν’ ο περσυνός καιρός που ήταν ο Μουσελίμης
κ’ ήταν ο Μπαϊραχτάραγας επάνω στα δερβένια*…
Φέτο ήρθ’ ένα πασσόπουλο, ένα βεζυροπαίδι,
κ’ είναι κι’ ο Σιλιχάραγας εις όλα τα δερβένια,
κράζει τους κλεφταρματωλούς στα Γιάννενα να ρθούνε.
Γυρεύει τα Τσαπόπουλα* και το χρυσό ζευγάρι.
Τα μαύρα τα Τσαπόπουλα στέκουν συλλογισμένα,
γιατί φοβούνται απιστιά, φοβούνται τη ζωή τους.

* δερβένι: κλεισούρα, φυλάκιο σε κλεισούρα

 

Του Ζιάκα και Μαρκή (1828)

(Ο Θοδωράκης Ζιάκας παίρνει εκδίκηση από τους Μακραίους για τη δολοφονία του αδελφού του Γιαννούλα)

Στην Κρανιά, μέσ’ το γιοφύρι,
βγήκαν οι Σκυλομακραίοι.
Πάτησαν πολλά καρβάνια,
πήραν άσπρα*, πήραν γρόσια*,
πήραν και μια Βλαχοπούλα,
που ήταν άσπρη σαν το χιόνι,
νόστιμη σαν το πεπόνι,
κι’ όμορφη σαν το τρυγόνι.
Ξάπλωσαν εκεί τα γρόσια,
κι’ άρχισαν να τα μοιράζουν.
Να κι ο Θόδωρος ο Ζιάκας,
μπαταριά* τους ρίχνει απάνου,
δεκαπέντε λαβωμένοι,
κι’ οι Μακραίοι σκοτωμένοι.
– Φέρετ’ ένα ψωρογρίβα
να τους βάλουμε σαν γίδια.

* άσπρα: ασημένια νομίσματα, χρήματα
* γρόσια: χρήματα, κινητή περιουσία

 

Του Ζιάκα

(Το τραγούδι αναφέρεται στην περίφημη μάχη του Σπηλαίου 1854)

Εσείς βουνά του Γρεβενού
και πεύκα του Μετσόβου
λίγο για χαμηλώσετε
κανά ντουφέκι τόπο
για να φανεί απ’ το ζυγό
το παινεμένο Σπήλιο
να ιδούμε το Ζιακόπουλο
πως πολεμάει τους Τούρκους.
Πέφτουν τα βόλια σαν βροχή
γκιουλέδες* σα χαλάζι
κι’ αυτά τα λιανοντούφεκα
σα σιγανή δροσούλα.
Κι’ ο Καραμήτσος* φώναξε
από τη Χούνη Χαρβάλη*

– Βάστα καημένε Θόδωρε
βάστα το ντουφεκίδι.

* γκιουλές: σφαίρα
* Καραμήτσος: γαμπρός του Θ. Ζιάκα και πρωτοπαλίκαρό του. Διακρίθηκε στη μάχη του Σπηλαίου το 1854.
* Χούνη Χαρβάλη: τοποθεσία ψηλά πάνω στα βράχια, πάνω από το χωριό Σπήλαιο.

 

Μάχη του Σπηλαίου (1854)

Εσείς βουνά των Γρεβενών και πεύκα του Μετσόβου
λίγο για χαμηλώσετε, για δυό ντουφέκια τόπο,
να ιδούμε το Ζιακόπουλο πως πολεμάει τους Τούρκους.

– Βάστα, καημένε Θόδωρε, βαστάξου στο ντουφέκι,
μη σε φοβίζουν τίποτα τ’ Αβδή πασά τα τόπια*.

– Πώς να βαστάξω, μπρε παιδιά, και πώς να πολεμήσω;
μπαρούτι δεν έχω σπυρί, δε μούμεινε ένα βόλι,
και χίλια γυναικόπαιδα κρεμιούνται στο λαιμό μου.

– Άειστε, παιδιά μ’, ας φύγουμε, στην Καλαμπάκα ας πάμε,
να βρούμε τους συντρόφους μας κι αυτόν τον Χατζηπέτρο*.

– Ζιάκα μου, και πως τόπαθες, Ζιάκα μου, πως εστάθη;
Πώς άφησες τις εκκλησιές και αυτό το μοναστήρι;

– Κάλλιο ν’ αφήσω τις εκκλησιές κι αυτό το μοναστήρι,
παρά ν’ αφήσω στη σκλαβιά χίλια γυναικόπαιδια.

Εκεί το λέν Αρβανιτιά, το λένε Αρβανίτες,
και για να κάμουν πλιάτσικο* και για να πάρουν σκλάβους
δε συλλογιούνται σκοτωμό, ζωή δε συλλογιούνται.

* τόπια, τα: βλήμματα πυροβόλων όπλων
* Χατζηπέτρος Χριστόδουλος: συνταγματάρχης του ελληνικού στρατού, ψυχή της επανάστασης του 1854 στο νομό Τρικάλων
* πλιάτσικο, το: λαφυραγωγία

 

Στον Δεσπότη Γρεβενών Αιμιλιανό

α

Τρία πουλάκια κάθονται στή ράχη, στό λημέρι.
Τόνα τηράει τό Γρεβενό, τ᾿ άλλο κατά το Σπήλιο,
το τρίτο, το καλύτερο, μοιρολογάει καί λέει:

– Αδέλφια μου τί νάγινεν ο Θείος μας Δεσπότης;
Μήτε στο Σπήλιο φάνηκε, μήτε και στούς Γκριντάδες*.
Μας είπαν, Πέρα πέρασε και πήγε μέσ᾿ το δάσος,
κι᾿ εκεί τον πιάσαν τα σκυλιά, τον κάνανε κομμάτια.

Κι’ ένας Γραικός σαν τάκουσε πολύ του βαρυοφάνη.
Πήρε το μαύρο άτι* του κι’ επήγε να τον εύρει.
Τρέχει λαγκάδια και γκρεμούς, λάκκους και μονοπάτια.
Τρία μερόνυχτα γυρνά, μα δίχως να τον εύρει.

Κι᾿ εκεί στο λόφο που ήτανε, πάνω στό κορφοβούνι,
ακούστηκεν από μακρυά φωνή σαν πεθαμένου.

– Ε, καβαλλάρη, που εισ’ αυτού ψηλά στό κορφοβούνι,
κατέβα στο γκρεμό να δεις το γέρο το Δεσπότη,
πως τον σκοτώσαν τα σκυλιά, τον κάνανε κομμάτια.

Πέρασε στράτα* μακρινή και βρέθηκε στο λάκκο.
Είδε το άγιο λείψανο στο χώμα ξαπλωμένο.
Προσκύνησε μ᾿ ευλάβεια και τούβαλε στεφάνι,
και τόφερε στα Γρεβενά με κλάματα, με δάκρυα.

* Γκριντάδες: το χωριό Αιμιλιανός
* άτι, το: το άλογο
* στράτα, η: ο δρόμος

β

Βροντούν τα όρη, τα βουνά, κάτω στην Ελασσόνα
πέρα στο Σαραντάπορο, πέφτουν πολλά κανόνια,
τα ρίχνουν τα Ελληνόπουλα, παιδιά αντρειωμένα
για να ξυπνήσουν ήρωες από το εικοσιένα.

Ξύπνα, Δεσπότη Γρεβενών, να ιδείς τη λευτεριά Σου.
Να ιδείς σημαία Ελληνική που στέκει στα βουνά σου.
Την έφερε ο διάδοχος του θρόνου, ο Κωνσταντίνος,
εο είπαν αυτοκράτορες, σ’ αυτούς ανήκει ο κλήρος.

Δε θα ξυπνήσεις άραγε, Δεσπότη αντρειωμένε,
να ιδείς στα Σέρβια τη σφαγή, τα νήπια που κλαίνει!
Ο Βασιλιάς μας πέρασε και πήγε στην Κοζάνη
και στην Κωνσταντινούπολη μ’ ολόχρυσο στεφάνι.

 

Πηγή: “Δημοτικά Τραγούδια Γρεβενών”, Ν.Ε.Λ.Ε. Γρεβενών (Εκδόσεις “Μαίναδρος”, 1993).

Κοινοποιήστε: Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmail