Η επίδραση της τουρκικής γλώσσας στο λεξιλόγιο του γρεβενιώτικου γλωσσικού ιδιώματος

Οι λέξεις του γρεβενιώτικου ιδιώματος οι παράγωγες από τις εισαγμένες σε αυτό τουρκικές λέξεις ανέρχονται περίπου σε 208 από ένα σύνολο 1348 λέξεων, που έχει συγκεντρώσει στη μελέτη του ο Βασίλειος Αναστασιάδης. Εκείνο που προκαλεί ιδιαίτερα μεγάλη εντύπωση είναι το εξής: Στο Νομό Γρεβενών και στις γύρω από αυτόν περιοχές, όπως στο Βόιο της Κοζάνης, δεν είχαμε καθαρούς Τούρκους μόνιμους κατοίκους, που να μιλούσαν την τουρκική γλώσσα, παρά μόνο εξισλαμισμένους αυτόχθονες Έλληνες, τους λεγόμενους Βαλαάδες, οι οποίοι δεν ήξεραν τούρκικα και μιλούσαν καθαρά ελληνικά (το γρεβενιώτικο γλωσσικό ιδίωμα σαν τους αυτόχθονες, τους ντόπιους Έλληνες). Δηλαδή στο Νομό Γρεβενών δεν είχαμε καθαρούς Τούρκους (τουρκόφωνους μουσουλμάνους), που να μιλούσαν τούρκικα, παρά μόνο ελάχιστους, που στελέχωναν τις κρατικές υπηρεσίες του τουρκικού κράτους (αστυνομία, στρατός, κρατικοί υπάλληλοι). Κι όμως παρ’ όλα αυτά μπήκαν στο γρεβενιώτικο γλωσσικό ιδίωμα πάρα πολλές τουρκικές λέξεις κυρίως από τη διοίκηση, το εμπόριο και τους ταξιδιώτες.

Όλες σχεδόν οι λέξεις αναφέρονται σε απλά αντικείμενα της καθημερινής πρακτικής ζωής. Οι αφηρημένες λέξεις, που σχετίζονται με έναν αναπτυγμένο πολιτισμό, αν εξαιρέσουμε εκείνες που σχετίζονται με τη θρησκεία, είναι ελάχιστες. Αναλυτικότερα όλες σχεδόν οι λέξεις αυτές έχουν σχέση με τη φύση, την αγροκτηνοτροφική ζωή, το εμπόριο, τις κρατικές υπηρεσίες και τα αξιώματα της τουρκικής εξουσίας, την τροφή (φαγητά, καρποί) και γενικά αναφέρονται στην απλή καθημερινή ζωή. Συγκεκριμένα αυτές αναφέρονται:

1. Στον άνθρωπο (μέλη σώματος, σχήμα, χρώμα, ιδιότητες, ενέργειες).

2. Στο σπίτι και στην οικογενειακή ζωή.

3. Στην κοινωνική και πολιτική ζωή.

4. Στην γεωργική και κτηνοτροφική ζωή.

5. Στο εμπόριο, στη βιοτεχνία, στα επαγγέλματα.

6. Στη φύση.

7. Στη θρησκεία.

8. Στις τροφές (φαγητά, γλυκά, φρούτα κτλ.).

9. Σε άκλιτες λέξεις.

Πάντως εκείνο που επιβάλλεται να τονιστεί είναι ότι, παρόλο που στην περιοχή των Γρεβενών είχαμε ελάχιστους τουρκόφωνους μωαμεθανούς Τούρκους, εν τούτοις μπήκαν στο γρεβενιώτικο γλωσσικό ιδίωμα αρκετές τουρκικές λέξεις. Σήμερα βέβαια με την αποχώρηση από τη ζωή των παλιών γενεών, που είχαν γεννηθεί τουλάχιστο ως το 1910 και με τη γενίκευση της γενικής εκπαίδευσης, όπως είναι φυσικό, αρκετές από αυτές έπαψαν πια να χρησιμοποιούνται και διατηρούνται μόνο στη γλώσσα των πολύ ηλικιωμένων. Για τις νεότερες γενιές είναι εντελώς άγνωστες και ιδιαίτερα για εκείνους που έχουν απομακρυνθεί από τα χωριά τους από τη μικρή τους ηλικία και ζουν στα αστικά κέντρα. Πάντως όλες αυτές που χάθηκαν, όσο και αυτές που διατηρούνται ακόμη, έχουν εξελληνιστεί, δηλαδή έχουν προσαρμοστεί στη μορφολογία (στην κλίση τους) και σε κάποιο βαθμό και στη φωνητική στο γρεβενιώτικο γλωσσικό ιδίωμα και γενικά στα βόρεια νεοελληνικά ιδιώματα. Οπωσδήποτε όμως ορισμένες λέξεις από χωριό σε χωριό έχουν κάποιες μικροδιαφορές στην προφορά και στη σημασία.

Τέλος ορισμένες από τις τουρκικές λέξεις έχουν ριζώσει τόσο βαθιά όχι μόνο στα νεοελληνικά ιδιώματα, όπως στο γρεβενιώτικο, αλλά και στη κοινή νεοελληνική ώστε δεν εξαλείφονται. Αντίθετα εξακολουθούν να επιβιώνουν στη γλώσσα μας σε πανελλήνια σχεδόν κλίμακα, όπως λ.χ. και οι ονομασίες μερικών φαγητών και γλυκών, σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Και το αξιοπαρατήρητο είναι ότι για ορισμένες από αυτές τις τουρκικές λέξεις υπάρχουν αντίστοιχες ελληνικές λέξεις εξίσου εκφραστικές με τις τουρκικές, όπως λ.χ. είναι οι λέξεις βερεσές, καβγάς, μπελάς, μπόλικος, μουρντάρης, τζάμπα, τσαπατσουλιά, μπαϊράκι, μπακάλης, καλντερίμι κ.α. Και όμως για τις ίδιες έννοιες υπάρχουν εκφραστικότατες ελληνικές λέξεις: πίστωση, φιλονικία, βάσανο, άφθονος, βρώμικος, δωρεάν, ακαταστασία, σημαία, παντοπώλης, λιθόστρωτο. Η αλήθεια πάντως είναι ότι οι λέξεις αυτές που απαντούν στην κοινή νεοελληνική σε πανελλήνια σχεδόν κλίμακα, ολιγοσύλλαβες κατά κανόνα, κυριολεκτούν αρκετά και είναι χρήσιμες στην καθημερινή ζωή. Και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο είναι πολύ δύσκολο, ίσως και ακατόρθωτο, να παραγκωνιστούν και να εξαφανιστούν από την ελληνική γλώσσα. Αυτό βασικά δε συμβαίνει μόνο στην ελληνική γλώσσα με τα δάνεια από την τουρκική γλώσσα, αλλά λίγο πολύ παρατηρείται σε όλες σχεδόν τις σύγχρονες γλώσσες του κόσμου, των οποίων το λεξιλόγιο βρίθει από δάνεια από άλλες γλώσσες.

 

Φωνητική αξία ορισμένων φθόγγων:

• ι το ημίφωνο φωνήεν ι : νύφι, παίζι .

• σ, ζ, ξ, ψ, τζ, τσ = δήλωση της παχιάς προφοράς των συριστικών συμφώνων σ, ζ, ξ, ψ, τζ, τσ.

• τ = τ παχύ.

 

Αναφέρουμε ορισμένες από τις πιο γνωστές λέξεις που χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα στο γρεβενιώτικο ιδίωμα:

• αλάνα η = ανοιχτός χώρος

• αλισβερίσι του = δοσοληψία

• αμάν επιφ. = εκφράζει πόνο, αγανάκτηση, αμάν

• αμπαρώνου = φυλακίζω, κλείνω

• αραλίκι του = ξάπλα, ξενοιασιά, ευκαιρία, στενό πέρασμα

• αράπις ου = αράπης μαύρος

• ατζαμής ου = άπειρος, αδέξιος, αρχάριος

• αχαΐρευτους = ανεπρόκοπος

• αχούρι του = στάβλος, μαντρί

• άχτι του = έντονο πάθος ή πόθος για εκδίκηση

• βακούφι του = κτίσμα ή κτήμα που ανήκει στην εκκλησία, βακούφι

• Βαρόσι του = προάστιο στο ψηλότερο σημείο της πόλης όπου κατοικούσαν χριστιανοί

• βερεσές ου = αγορά με πίστωση

• βούρ προστ. ενεστ. = κατευθείαν τράβα, βάρα. Βούρ στον πατσά = κατευθείαν στον πατσά

• γιακάς ου = γιακάς

• γιαούρτι του = γιαούρτι

• γιαπί του = σκελετός οικοδομής μόνο με τοίχους χωρίς κουφώματα

• γινάτι του = το πείσμα

• γιουβαρλάκι του = είδος φαγητού με κιμά και ρύζι

• γκαντέμις ου – γκαντέμου η = άτυχος, μη αίσιος

• γκέμι του = χαλινάρι

• γκιζέρι και γκιζέρ(η)μα του = περίπατος για αναψυχή

• γκιούμι του = μεταλλικό δοχείο για νερό

• γκουρμπέτις και γκόρμπετας ή γκόρμπιτας = αρπάχτρας, ανεπρόκοπος, τεμπέλης, τιποτένιος, πλανόδιος τσιγγάνος, τουρκόγυφτος

• γκουτσούνι του = γουρουνάκι

• γουρλής = τυχερός, γούρικος

• γουρσούζ(η)ς = αυτός που προκαλεί αποτυχία

• εργέντς ου = ανύπαντρος

• ζαγάρι του = λαγωνικό σκυλί

• ζαρζαβάτι του, ζαρζαβατ(ι)κό του = λαχανικό, χορταρικό

• ζάρι του = ζάρι

• ζόρι του = δυσκολία, βία, πίεση, ανάγκη, ζόρι

• ζουμπάς ου = είδος εργαλείου, κοντός

• καλέμι του = πλακατό κοπίδι, σμίλη

• καμπούρτς ου – η καμπούρου = καμπούρης

• καμτσίκι του = μαστίγιο

• καπάκι του = καπάκι, κάλυμμα οικιακού σκεύους

• καπάντζια η = παγίδα

• καράς ου = μαύρος – καραμπο(υ)γιά η = μαύρη μπογιά

• κάργια η = κοράκι

• κασμάς ου = τσαπί, αξίνα

• κελε(μ)πούρι και κιλι(μ)πούρι του = ανέλπιστο εύρημα, απροσδόκητο κέρδος, κελεπούρι

• κο(υ)λάι το = ευκολία, τρόπος μαστοριά

• κο(υ)σεύου = τρέχω, τριγυρνώ, βαδίζω γρήγορα

• κουσούρι του = ελάττωμα, έλλειψη, σφάλμα

• λαγγίτα η = είδος γλυκίσματος

• λαγούμι του = υπόνομος, υπόγεια στοά ή δίοδος

• λεκές ου = λεκές

• λούκι του = λούκι, υδρορροή

• μαναφλίκι του = σκευωρία, συκοφαντία, μηχανορραφία

• μαντέμι του = μέταλλο, μεταλλείο, μετάλλευμα, χάλυβας

• μαντζούνι του = πρακτικό δυναμωτικό φάρμακο

• μαραγκός ου = ξυλουργός, μαραγκός

• μαράζι του = μεγάλη στεναχώρια, θλίψη, μελαγχολία

• μαραφέτι και μουραφέτι του = τέχνη, τέχνασμα, εργαλείο

• μασιά η και μάσιας ου = τσιμπίδα για τη φωτιά

• μασκαριλίκι του = πράξη αισχρή, γελοία

• μαχαλάς ου = συνοικία, μαχαλάς

• μερεμέτι και μιριμέτι του = μικρή επισκευή, επιδιόρθωση, μερεμέτι

• μουσαφίρις ου = φιλοξενούμενος

• μπαΐρι του = χερσότοπος

• μπακάλτς ου = μπακάλης

• μπαλντάς ου = τσεκούρι

• μπαμπάς ου = πατέρας

• μπαξές και μπαχτσές ου = κήπος, μπαχτσές

• μπατζάκι και μπαλτζάκι του = μηρός, σκέλος, κνήμη, σκέλος παντελονιού

• μπατζανάκις ου – οι μπατζανάκιδις και τα μπατζανάκια = σύγαμπρος, ο άντρας της κουνιάδας, τα μπατσανάκια = αυτοί που έχουν παντρευτεί δύο αδερφές

• μπεκρής ου = μέθυσος

• μπερμπάντς ου = γλεντζές, χορευταράς, ερωτύλος, γυναικάς

• μπόι του = ύψος, ανάστημα, μπόι

• μπόλικους = άφθονος

• μπο(υ)γιά η = χρώμα, μπογιά

• μπούζι του = πάγος

• μπουλούκους = παχουλός

• μπο(υ)ντρούμι του = υπόγειο, μπουντρούμι

• μπουρνούζι του = μακρύ βαμβακερό επανωφόρι για το λουτρό, μπουρνούζι

• μπρίκι του = σκεύος για το ψήσιμο του καφέ

• νισάφι και ν’τσάφι του = έλεος, δικαιοσύνη

• νταβατζής ου = προαγωγός, προστάτης πόρνης

• νταβατούρι του = θόρυβος, αναστάτωση

• νταλγκάς ου = πόθος, λαχτάρα

• ντελμπεντέρις και ντερμπεντέρις και ντερμπεντέρισσα η = ξένοιαστος, ανοιχτόκαρδος

• ντεμέκι επίρρ. = δήθεν, δηλαδή

• ντέρτι του = βάσανο, καημός, θλίψη, πόνος

• ντιβάνι του = ντιβάνι, κρεβάτι

• ντ(ου)βάρι του = τοίχος, ντουβάρι

• ντουγρού επίρρ. = ίσια, κατευθείαν

• (ν)τουμάνι του = καπνός

• ντουνιάς ου = κόσμος, οικουμένη

• ξίκι του = έλλειψη (ξίκι να γένι = να λείψει)

• παζάρι του = αγορά, παζάρι

• παπούτσι του = παπούτσι

• περβάζι του = πλαίσιο πορτών και παραθύρων

• πεσκέσι και πισκέσι του = δώρο, φιλοδώρημα

• π(ι)λάφι του = πιλάφι

• ράφι του = ράφι

• ρεζιλίκι του = η πράξη ή το πάθημα, που προκαλεί ντροπή

• ρεμάλι του = τιποτένιος άνθρωπος

• ρουσφέτι του = χαριστική εκδούλευση, ρουσφέτι

• σακάτις ου – σακάτισα η – σακάτικου του = ανάπηρος, σακάτης

• σαματάς ου = φασαρία, θόρυβος

• σεκλέτι και σικλέτι του = στενοχώρια, καημός, σκοτούρα

• σεντούκι και σιντούκι του = κιβώτιο, μπαούλο, σεντούκι

• σικτίρι του = αποπομπή, διώξιμο με βρισιές

• σ(ι)νάφι του = συντεχνία, συγγένεια, φιλία

• σόι του = γένος, καταγωγή, συγγένεια, είδος, ποιόν

• σοκάκι του = στενός δρόμος, σοκάκι

• σ(ου)λούπι του = μορφή, σουλούπι

• σουρτούκι και σουλτούκι του = αλήτης, που τριγυρνάει στους δρόμους

• στράφι επίρρ. = στα χαμένα, άδικα, χωρίς αποτέλεσμα

• τασάκι του = σταχτοδοχείο

• τεμπελχανάς και τιμπιλχανάς ου = πολύ τεμπέλης

• τέντζερης και τέντζιρης ου = χάλκινη κατσαρόλα, κατσαρόλα

• τερτίπι και τιρτίπι του = τρόπος, μέθοδος, τέχνασμα, κόλπο, μέθοδος εργασίας

• τζάμπα επίρρ. = δωρεάν

• τζερτζελές ου = αναστάτωση, αναταραχή, ιδίως ευχάριστη

• τζίφους και τζούφους ου = αποτυχία, το χοντρό μέρος του πράσου κοντά στη ρίζα του

• τζουμπάνους ου = βοσκός, τσομπάνος

• τσάντα η = τσάντα

• τσαπατσούλ(η)ς = απεριποίητος, αδέξιος, ακατάστατος

• τσάρκα η = βόλτα

• τσεμπέρι και τσιμπέρι του = γυναικεία μαντήλα κεφαλιού

• τσιγκέλι του = γάντζος, άγκιστρο, τσιγκέλι

• τσίφτης ου = τέλειος, έξυπνος, ατσίδας

• τσουβάλι του = σακί

• φαράσι = φαράσι

• φελέκι του = μοίρα

• φιλιτσάνι του = φλιτζάνι

• φιρί – φιρί επίρρ. = επίμονα, σκόπιμα επίτηδες

• φ(ι)σέκι του = φυσίγγι

• φουκαράς ου = φτωχός

• χαγιάτι του = υπόστεγο, σάλα αμέσως ύστερα από την κύρια είσοδο του σπιτιού, υπόστεγος διάδρομος ή εξώστης, χωμάτινο δάπεδο

• χάζι του = ευχαρίστηση, τέρψη, διασκέδαση με το κοίταγμα, κοιτάζοντας

• χαϊβάνι του = ζώο

• χαϊμαλί του = φυλαχτό

• χαΐρι του = προκοπή

• χάλι του = κακή κατάσταση, χάλι

• χαλκάς ου = κρίκος

• χαμάλις ου = αχθοφόρος, χαμάλης

• χαμπάρι και χαμπέρι του = είδηση, πληροφορία

• χάπι του = χάπι

• χαράμι επίρρ. = ανώφελα, άδικα, αναξιοποίητα

• χαράτσι του = προσωπικός κεφαλικός φόρος, πρόστιμο, χαράτσι

• χαρμάνι του = μείγμα, ανακάτωμα, χαρμάνι

• χασάπις ου = χασάπης

• χατίρι του = εύνοια, χάρη

• χαφιές ου = καταδότης

• χοβαρντάς ου = γενναιόδωρος σε παροχές

• χουζούρι του = άνεση, κέφι , ανάπαυση

• χούι του = ήθος, χαρακτήρας, συνήθεια

• χ(ου)νέρι του = πάθημα, απάτη

 

Πηγή: Βασίλειος Κ. Αναστασιάδης Διδάκτορας Φιλολογίας, «Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΣΤΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΓΡΕΒΕΝΙΩΤΙΚΟΥ ΓΛΩΣΣΙΚΟΥ ΙΔΙΩΜΑΤΟΣ» , ανάτυπο από το περιοδικό ‘ΕΛΙΜΕΙΑΚΑ’ Τεύχη 56-57 (Ιούνιος – Δεκέμβριος 2006).

Κοινοποιήστε: Facebooktwittergoogle_plusmailFacebooktwittergoogle_plusmail